Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/10/07

Δύο κούπες διεκδικούν.....

(Αποδεχόμενη το blogoπαίχνιδο της αγαπημένης μου Αγριοκερασοζουζούνας,
σας παρουσιάζω τις αγαπημένες μου κούπες μέσα από ένα παραμύθι!)


-Σσσσς ..... ήρθε ετοιμάσου.
-Νευριασμένη τη βλέπω, είδες πως πέταξε κάτω τη τσάντα μόλις μπήκε;
-Ποιος ξέρει τι έγινε πάλι στο γραφείο.... σσσς έρχεται προς το ντουλάπι. Πάω στοίχημα ότι θα διαλέξει εσένα απόψε. Δεν νομίζω να είμαι και τέταρτη μέρα τυχερή, άντε ποιος τη χάρη σου νεαρέ!
- Μπα, εμένα με έχει για ποιο ιδιαίτερες στιγμές...
- Μμμ τις μας λες; Και τι ιδιαίτερες στιγμές παρακαλώ έχεις εσύ με τη κυρά μας, μπορώ να μάθω;
-Τι συμβαίνει ζηλεύουμε;
- Όχι απλά αναρωτιέμαι... από το ίδιο υλικό είμαστε, τα ίδια καθήκοντα έχουμε. Μόνο στο σχέδιο διαφέρουμε. Εγώ το φόρεμά μου το ρόδινο το φορώ εσύ πάλι είσαι γυμνός.
- Μμμμ, μ’αρέσει αυτό και αρέσει και στη κυρά μου..... μπορεί να ζωγραφίσει πάνω μου ότι θέλει. Θυμάμαι τη τελευταία μας φορά σαν τώρα....
-« Η τελευταία σας φορά..» καλέ πως μιλάς έτσι;Και τι έγινε παρακαλώ τότε;
-Τότε λοιπόν, αφού θες να μάθεις, έφτιαξε ένα διπλό ελληνικό , γλυκό με μια στάλα γάλα. Τον κράτησα ζεστό πολύ ώρα για εκείνη. Δεν ξέρω αν ήταν επειδή η πορσελάνη μου είναι σαφώς καλύτερη από τη δική σου ή επειδή με έσφιγγε δυνατά με τα δυο της χέρια. Και μετά....
-Και μετά .....πες μου παιδί μου και μας έχεις ξελιγώσει!
- Μετά ήρθε η πρώτη γουλιά. Μια μικρή δοκιμή πρώτα για να ελέγξει τη γεύση, άγγιξε φευγαλέα την άκρη μου. Ο καφές ήταν όπως πρέπει. Η δεύτερη γουλιά μου άφησε σημάδι ρόδινο. Και εγώ παρακαλούσα να μην τελειώσει αυτός ο καφές, Πιθάρι των Δαναΐδων να γίνω, να πίνει και να ξαναγεμίζει πάλι. Και το αποτύπωμα των χειλιών της να σκουραίνει.
-Λευκέ μου Ιππότη εσύ! Ζήλεψα τώρα.....
-Ροδένια μου, οτι και να διαλέξει πάντως , εσύ είσαι το άλλο μου μισό. Στέκεις δίπλα μου ώρες ατελείωτες και αντανακλάς ζεστασιά. Και έτσι όπως είμαι γυμνός όπως λες, σε έχω ανάγκη! Δεν θέλω να σερβίρω καφέ σήμερα. Μαζί σου θα κάτσω στο ντουλάπι!

16/10/07

Μια χαραμάδα φως

(Το παρακάτω παραμύθι είναι αφιερωμένο στη φίλη & blogger Ηλιαχτίδα που έχει σήμερα 17 Οκτώβρη τα γεννέθλιά της! Χρόνια πολλά Μαράκι, να'σαι πάντα γερή, δυνατή και να μας ταξιδεύεις!)
-Νοκ Νοκ
-Ποιος είναι;
-Εγώ, άσε με να μπω.
-Πάλι, εσύ..... δεν σου είπε ότι δεν μπορείς να μπεις εδώ, φύγε γρήγορα πριν σε δουν.
-Μα θέλω να γίνω φίλη σου, θα σου φέρω χρώματα, θα φωτίσω τον κόσμο σου.
-Η μεγάλη μου αδελφή δεν αφήνει κανένα. Δεν έχουμε λέει ανάγκη από φίλους.
-Θα πρέπει να νιώθει πολύ μόνη η αδελφούλα σου, και δική της φίλη μπορώ να γίνω, πως τη λένε;
-Μοναξιά. Δεν αφήνει κανένα αυτή. Είχε όμως παλιά μια φιλενάδα. Αχώριστες ήταν από το πρωί ως το βράδυ, μαζί στις ακρογιαλιές, μαζί στις βεγγέρες, παντού μαζί. Πουθενά δεν πήγαινε χωρίς εκείνη. Ως που μια μέρα....
-Ως που μια μέρα η φίλη της έφυγε και η αδελφή σου αισθάνθηκε προδομένη. Κλείστηκε στον εαυτό της για να μην ξαναπληγωθεί. Και από αγάπη για Σένα σε κράτησε κλεισμένο σ’αυτό το κάστρο. Και έβαλε πόρτα βαριά να κρατά τη ζωή απ΄’εξω.
-Σσσσς. Μην ξαναπείς τη λέξη Αγάπη..... ήταν το όνομα της φίλης της. Και πως τα ξέρεις εσύ όλα αυτά;
- Ξεχνάς εγώ τα βλέπω όλα από εκεί ψηλά; Μπορώ και μπαίνω κρυφά από παντού. Ψάχνω για τις χαραμάδες της ζωής, για να μπω και να φωτίσω τη μοίρα των παλιών και νέων φίλων μου.
-Και η Αγάπη για την άφησε; Γιατί έφυγε;
-Γιατί η Αγάπη για να μείνει πρέπει να γνωρίσεις καλά την καρδιά της.-Και τι λέει η καρδιά της;

-Λέει ότι η αγάπη είναι ένας θησαυρός μοναδικός που πρέπει να χαρίζουμε και σε άλλους. Να μην τη κρατάμε φυλακισμένη, να την αφήνουμε ν’αναπνεύσει την ανάσα από τα περιστέρια, κύμα στο κύμα να γίνει και να δροσίσει και άλλες ακρογιαλιές. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι την έχουμε χάσει. Θα’ναι πάντα κοντά μας με άλλη μορφή. Με άλλο χαμόγελο.
Και η αδερφή σου θα ξαναβρεί τη φίλη της μη φοβάσαι. Θα μου ανοίξεις λοιπόν; Δεν θέλω πολύ, μια μικρή χαραμάδα άφησέ μου μόνο.
-Εδώ στην άκρη της πόρτας το ξύλο έχει δημιουργήσει μια μικρή σχισμή, μα θα μπορέσεις να μπεις από εκεί;
-Θα μπορέσω, Ηλιαχτίδα με λένε και χωράω παντού.

4/10/07

H Τριάς του Βελγίου

Ένα βροχερό ποστ σε αγαπημένο blog, μια συζήτηση, μια συνάντηση με τις κολλητές και κάποτε συμφοιτήτριες, μια επικείμενη συνάντηση την Τρίτη.

Όλα τα παραπάνω έχουν αφετηρία τα φοιτητικά μου χρόνια στο Βέλγιο όπου βρέθηκα πριν πολλά χρόνια για Οδοντιατρική. Ναι, ναι καλά ακούσατε. Ορίστε λοιπόν ένα παραμύθι αληθινό.
------------------
Μια φορά και ένα καιρό, η Θαλασσινή ήθελε να γίνει Οδοντίατρος. Μετά από διπλή προσπάθεια στις Πανελλήνιες, αποφασίστηκε οικογενειακώς να ανηφορίσει προς Βέλγιο, χώρα προσφιλή μια και η μητέρα της δούλευε στη βελγική αεροπορική εταιρεία. Sabena .

Λιέγη. Πρωτεύουσα της Βαλονίας. Διασχίζεται από τον ποταμό Meuse και στο κέντρο υπάρχει ένα νησί όπου και ήταν το πρώτο της σπίτι. Νησιώτισσα στο Βέλγιο! Και όμως. Και κάθε Κυριακή στη βέλγικη λαϊκή παρακαλώ την περίφημη Batte για τις απαραίτητες προμήθειες.Ο πρώτος χρόνος την βρήκε με μια υπέροχη συγκάτοικο (η μια εκ των κολλητών). Στιγμές μοναδικές. Δικό τους σπίτι, καθημερινότητα γλυκιά με όλα τα λοξά που μπορούν να συμβούν!
Το πανεπιστήμιο στον λόφο του Sart Tilman. Τι να πρωτοθυμηθεί; Το εργαστήριο Χημείας και το πείραμα που οι φιλενάδες της νόμισαν ότι προκάλεσαν έκρηξη; Το κιτρικό οξύ που κατάπιε και ο καθηγητής την πείραζε ότι θα της πέσουν τα δόντια; Τα εργαστήρια Βιολογίας και τις μικροεπεμβάσεις; Tις ελληνικές βραδιές και τη συναυλία του Νταλάρα στις Βρυξέλλες όπου ποτάμι έτρεχε το ξενιτεμένο δάκρυ; Την έκφρασή τους όταν αγόρασαν μετά από πολύ καιρό ένα μικρό φουρνάκι και μύρισε η γκρίζα γειτονιά κοτόπουλο λεμονάτο; Eμπειρίες και στιγμές μοναδικές,στη πλειοψηφία ευχάριστες. Διάβασμα αρκετό και καθηγητές …… χμμμ. Η θα ήταν καλοί –και δεν ανεφερόμαστε στην επιστημονική τους κατάρτιση- ή θα ήταν απίστευτα κομπλεξικοί.
Ο 2ος χρόνος την βρίσκει σε άλλο σπίτι, μόνη, μια και η φίλη της αποφάσισε να μετακομίσει προς Βρυξέλλας. Στην ζωή τους όμως από το 1ο έτος είχε μπει και τρίτο πρόσωπο…. και έτσι φτιάχτηκε η θρυλική τριας η οποία σμιλεύτηκε στα δύσκολα, επέζησε αποχωρισμούς (μια και την επόμενη χρονιά η Θαλασσινή και η πρώην συγκάτοικος επέστρεψαν Ελλάδα) και συνέχισε το ταξίδι της εδώ. Τις καλές της φιλενάδες πάντρεψε φέτος το καλοκαίρι (βλ.2ο ποστ του blog) μια και εκείνη τις είχε προλάβει ένα χρόνο πριν.
Οδοντίατρος τελικά δεν έγινε, επέστρεψε στα πάτρια με δύσκολες συνθήκες. Μεταξύ Ελλάδος και κάποιων ταξιδιών στη Γαλλία, έγινε τελικά μια γαλλικού και από τα εμφυτεύματα και τα σφραγίσματα πέρασε στον Μολιέρο, και βαφτίστηκε Θαλασσινή! Ισως έπρεπε να γίνει αυτή η διαδρομή στη γκρίζα αυτή χώρα γιατί παρόλη τη μουντάδα,γέννησε μια αληθινή φιλία.

Και έτσι ζ'ήσανε αυτές καλά και εμείς καλύτερα.

Εξαιρετικά αφιερωμένο στην τριάς!!!

3/10/07

Πέπλο από λέξεις

-Τι έχεις; Προβληματισμένο σε βλέπω.
-Το μυαλό μου πάει να σπάσει και η καρδιά μαζί.
-Ξεκίνησες πάλι για εκείνο το ταξίδι.... εγώ σε προειδοποίησα πάντως. Είναι επικίνδυνα όλα αυτά.
-Άμα μπεις στο πλοίο δεν μπορείς να κατέβεις μεσοπέλαγα. Έτσι είναι και αυτό το ταξίδι.
-Βρήκες κανένα νέο στοιχείο;
-Πολλά και τίποτα. Ψάχνω κάθε της λέξη για ένα δεύτερο μήνυμα. Κάθε πρόταση. Μήπως η σύνταξη φανερώσει μια δεύτερη ανάγνωση αλλά εκεί που πάω να καταλήξω κάπου, να σηκώσω το πέπλο για να τη δω, μου ξεγλιστρά σαν χέλι!
-Έμπλεξες άσχημα φίλε μου. Και αν εκείνη κάνει το ίδιο; Αν ψάχνει αυτά που ψάχνεις; Πολύ ταλαιπωρία αυτή η αποκωδικοποίηση. Ούτε ο Κώδικας Da Vinci να ήταν. Μαρτύριο σκέτο.
- Που δεν θέλω όμως και να τελειώσει....
-Γιατί;
-Γιατί το μαρτύριο αυτό είναι γλυκό πολύ και η καρδιά μου τρέχει με χίλια και δεν θέλω να τερματίσω.....
-Απορώ πάντως πως αντέχεις.
-Και ποιος σου είπε πως αντέχω; Απλά μου αρέσουν τα σταυρόλεξα για δυνατούς λύτες. Όσο πιο δύσκολα τόσο το καλύτερο.
-Και μέχρι που είσαι διατεθειμένος να φτάσεις;
- Δεν ξέρω ακόμα. Δεν βιάζομαι εξάλλου. Φτάνουν οι ερωτήσεις. Άσε με τώρα να ακούσω το τραγούδι.

« Μ' άγιο καπνό θα υφάνεις το χρησμό σου
για να μου δώσεις όταν θα ζητώ
να μπω ιεροφάντης στο ναό σου
να σ' ερμηνεύσω και να ερμηνευτώ
Στην αγορά του Αλ Χαλίλι
θα πουλάν τα δυο σου χείλη
δυο περιουσίες και άλλη μια
τέσσερις εγώ θα δώσω
θα πληρώσω όσο όσο να μου κάνουν μια μελανιά»

-Καλά κράτα εσύ τα μυστικά πέπλα και τους χρησμούς και εγώ πάω για κάτι πιο χειροπιαστό.
-Μα και το δικό μου χειροπιαστό είναι ... από το χέρι του μυαλού γραμμένο.

.........................................

«Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω,
τραγούδι άγνωστο κι αγέννητη σιωπή.
Πίσω απ' τα μάτια, πίσω απ' της ζωής το βέλο
κρύβεσαι σαν βροχή που στέγνωσε, το ξέρω.
Νεροποντή που περιμένω μια ζωή.
Γιατί δεν έρχεσαι...»

14/9/07

Αδελφές Ψυχές

-Τι κοιτάς;
-Τη Σελήνη. Με μπερδεύει. Δεν ξέρω αν αυτό που βλέπω είναι η αντανάκλασή της στη Θάλασσα ή το χαμόγελο της Θάλασσας που ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της Σελήνης.
-Μα είναι αδελφές δεν το ξέρεις; Όταν είναι καλά η μια, χαμογελά η άλλη. Όταν είναι ταραγμένη η μία δακρύζει η άλλη. Σαν σταλαγματιά πέφτει το δάκρυ της στην αγκαλιά της Θάλασσας να της δροσίσει τον πόνο. Μια ισορροπία προσπαθούν να κρατήσουν για χάρη μας.
-Δεν το ξερα. Εσύ πως από εδώ σήμερα; Νωρίς σχόλασες.
-Ναι, δεν ήθελα να πάω ακόμα σπίτι. Να σκεφτώ ήθελα λίγο. Να ηρεμήσω. Πολύ δουλειά σήμερα. Φωνές, τηλέφωνα, φασαρία. Τους παράτησα όλους και ήρθα.
-Στο σωστό σημείο ήρθες. Άπλωσε το βλέμμα σου στις δυο αδερφές και θα ηρεμήσεις.
-Να ηρεμήσω….. δεν ξέρω αν θέλω κιόλας.
-Τώρα εσύ με μπερδεύεις . Πριν δεν έλεγες ότι είχες μια δύσκολη μέρα και ήθελες λίγη ηρεμία;
-Από τη μέρα θέλω να ηρεμήσω, η νύχτα όμως είναι κάτι άλλο. Οι σκέψεις που έρχονται τη μέρα είναι πιο γήινες, ενώ αυτές που έρχονται τη νύχτα είναι ταξιδιάρικες. Αυτές, θέλω να τις κρατήσω.
-Μάλιστα, και που σε πάνε δηλαδή αυτές οι ανήσυχες σκέψεις;
-Παντού, όπου δεν μπορώ να πάω τη μέρα. Και το έχω ανάγκη αυτό. Να φύγω, να χαθώ στο συναίσθημα το άγνωστο, να φτάσω μακριά μέχρι το φεγγάρι.
-Ωραία, είσαι για μια βραδινή βουτιά; Πάμε να κολυμπήσουμε μέχρι εκεί που η μια αδελφή συναντά την άλλη και να φτάσουμε μαζί στο φεγγάρι;

Πίνακας " Pleine Lune" , Diane Tremblay

2/9/07

«Επόμενη στάση Δουκίσσης Πλακεντίας. Σύνδεση με Προαστιακό Σιδηρόδρομο»



Τον τελευταίο χρόνο η αναγγελία αυτή σήμαινε ότι έφθασε στο τελικό του σταθμό.
Ο χρόνος κυλά αργά από στάση σε στάση. Από αναγγελία σε αναγγελία.
Συνήθως,
7:30 φεύγει από το σπίτι.
7:45 είναι σταθερά το τρίτο αυτοκίνητο στο φανάρι του Φιξ.
8:00 έχει παρκάρει.
8:15 είναι ήδη στο τρένο και έχει ανοίξει το i-pod. Στο τελευταίο βαγόνι πάντα. Εκτός...... από σήμερα.

Σήμερα άργησε να φύγει από το σπίτι.

Ενιωθε το σώμα του τόσο βαρύ όταν χτύπησε το ο ηλεκτρονικός αλέκτωρ, που ξανακοιμήθηκε για ένα ολόκληρο τέταρτο. Και αυτό ξέρετε τι σημαίνει. Σύμφωνα με το παραπάνω δρομολόγιο θα πάρει το τρένο των 8:30. Όλα θα έπρεπε να μεταφερθούν ένα τέταρτο αργότερα. Και έτσι έγινε. Μόνο που δεν πρόλαβε να μπει στο τελευταίο βαγόνι αλλά στο πιο κοντινό στην είσοδο.

Ενα ολόκληρο τέταρτο και η μέρα θα εξελισσόταν αλλιώς, σκέφθηκε. Πιο αργά στη δουλειά, πιο αργά το πρώτο τηλεφώνημα για το πρωινό briefing όλα πιο αργά εκτός από....... ένα μοιραίο χτύπημα στην πόρτα της ψυχής του. Ναι, αυτό σιγουρα δεν το περίμενε. Όχι τουλάχιστον πριν μπεί στα τριάντα και αυτό θα γινόταν σε δυο χρόνια.
Νέος, ωραίος, το νέο ανερχόμενο αστέρι της εταιρείας, είχε φροντίσει να κρατήσει κλειστή αυτή την πόρτα . Από φόβο. Μη χαθεί. Μην αλλάξει η καθημερινότητά του.

Είχε πολύ κόσμο το τρένο των 8:30. Θέση κενή πουθενά και η ατμόσφαιρα ασφυκτική.Γεμάτη απομεινάρια από νυχτερινές μυρωδιές. Ετσι του φάνηκε τουλάχιστον σήμερα. Προτίμησε να σταθεί κοντά στην πόρτα. Για να μπορέσει να απεγκλωβιστεί γρήγορα αν χρειαστεί.

Άλλες τέσσερις στάσεις μέχρι να κατέβει. Στην Εθνική Άμυνα μπήκε πολύς κόσμος. Ακούμπησε την πλάτη του στο γυάλινο χώρισμα. Νόμιζε οτι πνιγόταν από όλο αυτό το κακό συφερτό αρωμάτων, ήχων και φευγαλέων αγγιγμάτων, μέχρι που μια μυρωδιά ξεχώρισε. Σαν την πιο ψηλή νότα σε μια χορωδία. Ανθισμένη και υγρή. Μια μελαχρινή επιβάτισσα με μάλλον φρεσκολουσμένα μαλλιά προσπαθούσε να κρατηθεί από ένα χερούλι στο οποίο ήδη υπήρχαν άλλα δύο χέρια. Η πλάτη της γυρισμένη. Το βλέμμα του ανίχνευσε μια μικρή σταγόνα ιδρώτα ή αρωματικού νερού που ετοιμαζόταν να κυλήσει από την κορυφή του σβέρκου της. Ξαφνικά σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η διαδρομή της σταγόνας στην πλάτη της κοπέλας τον έκανε να ξεχάσει το χαμένο τέταρτο και την μέχρι τώρα ταλαιπωρία.

Απότομο φρενάρισμα στο σταθμό του Χαλανδρίου. Τα σώματα πήγαν αυτόματα πρώτα μπρος και μετά πίσω. Ενα χερούλι για τρεις δεν μπορεί να κάνει και πολλά. Την ώρα που απομάκρινε ασυναίσθητα το χέρι του από το δικό του χερούλι , η συνεπιβάτης άπλωσε το χέρι και κρατήθηκε. Είχε πια το δικό της χερούλι αν και ακόμα υγρό από τον ιδρώτα του προηγούμενου κατόχου. Η πρώτη ένωση. Τον κοίταξε με βλέμμα που πρόδιδε ένα ευχαριστώ ίσως.
« Επόμενη Στάση Δουκίσσης Πλακεντίας . Σύνδεση με τον Προαστιακό Σιδηρόδρομο.»
Ο σταθμός του. Δεν ήθελε να κατέβει.Η διαδρομή της σταγόνας. Το βλέμμα της. Ένα ίχνος χαμόγελου στο αριστερό λακάκι. Δεν είναι δυνατόν. Πότε πρόλαβε και τα παρατήρησε όλα αυτά; Και όμως πρόλαβε και αυτό κάτι έλεγε, αλλά τον πρόλαβε και η στάση που έπρεπε να κατέβει.

9:15 Το καθυστερημένο τηλεφώνημα για το πρωινό briefing. Μα το μυαλό του ήταν αλλού. Οι τρελοί ρυθμοί της δουλειάς του δεν του άφηναν τώρα τελευταία χρόνο για σχέσεις ουσίας. Όχι ότι είχε ποτέ. Μικρός ήταν άλλωστε, έτσι του έλεγαν όλοι και μάλλον είχε βολευτεί με αυτό. Αλλά τώρα τελευταία σαν να του έλειπε κάτι. Μια αγκαλιά να κουρνιάσει, ένα βλέμμα καθαρό να χαθεί. Ευκαιρίες του είχαν δοθεί αρκετές, αλλά δεν έβλεπε κάτι στον ορίζοντα που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια χαραμάδα στην ψυχή του. Μέχρι σήμερα. Στο τρένο. Εντελώς απροσδόκητα. Μαγικά. Καλά λένε οτι θα σού’ρθει από εκεί που δεν το περιμένεις. Και ήρθε. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να ήταν αυτός ο σωστός «σταθμός» για να κατέβει.
Ποιός ξέρει; Αν δεν διανύσεις όλη τη διαδρομή πως μπορείς να αποφασίσεις σε ποιόν σταθμό θα κατέβεις; Μπήκε στο τρένο της επιστροφής και άνοιξε το i-pod: "The bell that rings inside your mind, Is challenging the doors of time, Its a kind of magic...."

Είχε ήδη αποφασίσει ότι αύριο θα κοιμόταν ένα τέταρτο παραπάνω.

28/8/07

Μου είπες....

Μου είπες ότι θέλεις να ζήσουμε μαζί. Σε ρώτησα που.
Εδώ στη στεριά, είπες. Σε ρώτησα πως είναι η ζωή στη στεριά.
Όμορφη, απάντησες.

Σε πίστεψα.

Ξεκίνησα να αναδύομαι, αποχαιρέτισα τον δικό μου κόσμο. Κολύμπησα μακριά για να ζήσω στη « δικιά σου θάλασσα» έτσι έλεγες της στεριά σου.

Μου έλεγες ότι είναι γεμάτη χρώματα και ότι θα φτιάξουμε το σπίτι μας στο δάσος.Το δάσος σε ρώτησα, Τι είναι αυτό;

Το δάσος είναι το πιο όμορφο πράγμα του κόσμου. Δεν έχουμε κοράλλια, όμως έχουμε όμορφα δένδρα, δεν έχουμε θαλάσσιες ανεμώνες αλλά τις γήινες.

Και νερό, σε ρώτησα γεμάτη αγωνία; Έχουμε νερό;

Καρδιά μου νερό έχουμε όσο θέλεις. Είπες.......

Έφτασα. Σε περιμένω.

Δεν μπορώ να αναπνεύσω, που είσαι;
Περπατώ για πρώτη φορά στην άμμο και με αφήνεις μόνη; Καίγομαι.

Συνεχίζω να περπατώ στη δική σου θάλασσα. Δεν έχω μάθει, συγχώρεσέ με.
Σε βλέπω.
Που είναι τα δένδρα, η γήινη ανεμώνη, το νερό;

Με κοίταξες με οίκτο .Δεν υπήρξαν ποτέ.
Σε άφησα να εγκαταλείψεις τον κόσμο σου για τον δικό μου. Σε άφησα να με πιστέψεις, να με ακολουθήσεις. Κουτή γοργόνα! Είπες γελώντας.
Τη θέση σου ήθελα. Τον δικό σου κόσμο, τη δροσιά που δεν έχω. Την ησυχία της απόλυτης αβύσσου ....
Και για να γίνει αυτό έπρεπε να ανταλλάξουμε ζωή, μοίρα....
Στέρεψε η ζωή εδώ και όταν γεύτηκα τη δική σου, σαν να ξεδίψασα λίγο.


Και εκείνο το φιλί;
Εκείνο το φιλί ήταν που μου έδωσε ζωή.

Μα είπες ότι μ’αγαπάς;
Είπα.


Αόριστος του ψεύδους.

26/8/07

Το Τραγούδι της Αμαδρυάδας


Τα βήματά του έπεφταν βαριά στα σκαλιά. Σαν μην ήθελε να κατηφορίσει αλλά μια δύναμη σαν μαγνήτης τον τραβούσε στον κάμπο.

Βαριανάσανε. Δεν θα ήταν εύκολη η νύχτα σήμερα. Το ήξερε. Του ήρθαν στο νού τα λόγια του Ορσιφάντη: « Θα σου σβήσω ότι αγαπάς περισσότερο». Θα σου σβήσω είπε και όχι θα σου κλέψω ή θα σου σκοτώσω. Η περιουσία δεν σβήνει, κλέβεται. Και σίγουρα δεν εννοούσε να σβήσει τη δική του τη ζωή. Τι άλλο τότε;

Όχι , όχι δεν είναι δυνατόν! Όχι εκείνη!

Γρήγορα να προλάβει! Επιτάχυνε το βήμα του. Λαχάνιασε. Σταμάτησε για λίγο να ξαποστάσει σ’ένα βράχο. Είχε αφήσει πίσω του και τελευταία σπίτια του χωριού. Το ποτάμι να περάσει ήθελε και θα έμπαινε στο «κόσμο του κάμπου» Τον δικό του κόσμο.
Ξαφνικά, μια μελωδία λυπητερή αναδύθηκε πέρα από το ποτάμι..... Η φωνή της!

« Μη μου ζωγραφίζετε άλλους βοριάδες στο στήθος
Τον Ζέφυρο στείλτε τον γλυκό
Μήπως της φωτιάς σβήσει το μίσος

Αγγελέ μου, τη γλυκιά σου παλάμη έλα και δως μου
Δάκρυ πικρό ν’ακουμπήσω
Τη νύχτα αυτή τη σκληρή έλα να ψάξεις το φως μου»

Η Αμαδρυάδα μου με καλεί! Η ικεσία της σαν να έβαλε φτερά στα πόδια του .
Έφτασε κιόλας μπροστά στο ποτάμι. Το ποτάμι δεν υπήρχε πια. Στέρεψε.
Πόσο θα δίψαγε η Αμαδρυάδα του , σκέφθηκε με πόνο.
Λάθος.

Η Αμαδρυάδα του, η νύμφη που ζούσε αιώνες μέσα στο κορμό της ελιάς, έστεκε μπροστά του γυμνή χωρίς το λαδί της φόρεμα. Άδεια αγκαλιά τα κλαδιά της.

Ορσιφάντηηηη!Ούρλιαξε.

Έκανε ν’αγγίξει το κορμί της που άλλοτε έσφυζε από ζωντάνια. Η στάχτη μπήκε κάτω από το δέρμα του. Έφτασε βαθιά μες τη ψυχή του.

Στάχτη την έκανε και αυτή.
Τότε άκουσε πάλι τον θρήνο της αγάπης του:

« Μη μου ζωγραφίζετε άλλους βοριάδες στο στήθος
Τον Ζέφυρο στείλτε τον γλυκό
Μήπως της φωτιάς σβήσει το μίσος

Άγγελε μου, τη γλυκιά σου παλάμη έλα και δως μου
Δάκρυ πικρό ν’ακουμπήσω
Τη νύχτα αυτή τη σκληρή έλα να ψάξεις το φως μου»


Να μην την εγκαταλείψει του φώναζε! Άρχισε να σκάβει με μανία. Τα χέρια του μάτωσαν και πότισαν το χώμα. Όσο πιο βαθιά έσκαβε τόσο πιο δυνατά ακουγόταν το τραγούδι της.

Έφτασε ως τις πανάρχαιες ρίζες. Είναι ζωντανές! Αναφώνησε. Και τότε σταμάτησε και το τραγούδι. Δάκρυα κεχριμπαρένια κύλησαν από τα μάτια του, ενώθηκαν με το αίμα που έτρεχε από τα χέρια του και πότισαν και αυτά το χώμα.

Αποκαμωμένος ακούμπησε την πλάτη του στις ρίζες τις αγαπημένες.
Με την αγάπη του θα την έκανε πάλι να ανθίσει.

22/8/07

"Μέλι , Μελιαστό, Μυράνθη"

Το φορτηγό με κόπο ανέβηκε το στενό καλντερίμι του χωριού. Ψηλά στο λόφο ήταν ο ξενώνας. Ένα παλιό πέτρινο οίκημα περιτριγυρισμένο από τριανταφυλλιές, γλάστρες με γιασεμιά και δεξιά ένα μικρό αμπέλι. Στον ήχο του φορτηγού που πλησίαζε, μια νέα γυναίκα σταμάτησε ν’ασχολείται με το πότισμα και μας χαμογέλασε.
Έμεινε να την κοιτάζει σαν στήλη άλατος. Αυτή λοιπόν ήταν « η τρελή»; Σαν μικρό κοριτσάκι με τα καστανά μαλλιά της πιασμένα χαλαρά στο πλάι. Μάτια μελιά. με καθαρό βλέμμα.
-Μυράνθη Καλλέργη, καλωσήρθατε
-Άγγελος Φωκάς, καλώς σας βρίσκουμε. Που να ξεφορτώσουμε;
-Στο πλάι έχει μια ξύλινη πόρτα , από εκεί παρακαλώ.
Αυτό το «παρακαλώ» ακούστηκε με μια απρόσμενη τρυφεράδα, σχεδόν ικετευτικά.
Ακολούθησαν συγνώμες για την λάθος παραγγελία και τυπικές κουβέντες για την αποπληρωμή.

Αισθάνθηκε ξαφνικά πολύ καταβεβλημένος. Το ταξίδι, η απροσδόκητη αυτή γνωριμία. Ήθελε να φύγει όμως δεν το αποφάσιζε κιόλας. Του είπε ότι το Σάββατο ήταν τα εγκαίνια και τον «παρακάλεσε» να μείνει. Πάλι αυτή η λέξη. Ακούστηκε σαν μια γλυκιά προσταγή την οποία του αδύνατον να παρακούσει. Δεν ήθελε. Θα έμενε.

-Να μιλάμε στον ενικό Άγγελε;
-Νομίζω ότι έτσι πρέπει Μυράνθη.

Και αυτός ο ενικός αριθμός ήταν η αρχή.

Την Παρασκευή το βράδυ βγήκαν για φαγητό σε ένα ορεινό χωριό, με απίστευτη θέα προς το πέλαγος, και πιο μακριά ακόμα. Χωρίς ερωτήσεις. Γέμισε η καρδιά και η ψυχή εικόνες. Το φαγητό δεν το άγγιξε και του έκανε παράπονα. Δεν χόρταινε να τη βλέπει και να την ακούει να μιλά για τη ζωή που άφησε και για τη ζωή που ξεκίνησε. Τον έπιασε μια δυο φορές να την κοιτά επίμονα και τα μάγουλά της ρόδισαν. Σηκώθηκαν να φύγουν και τη συνόδεψε μέχρι το ξενώνα.

-Άγγελε;
-Ναι;
-Να σου δώσω μισό λεπτό κάτι για το αφεντικό σου. Αύριο με τις ετοιμασίες μπορεί να το ξεχάσω. Δεν είναι τίποτα. Μερικά κεράσματα από το χωριό, μέλι και κρασί. Έχω και για σένα. Όχι με ντόπιο κρασί όμως . Απ’οτι κατάλαβα σου φάνηκε λίγο βαρύ ε;
« Μελιαστό» του Σπυρόπουλου.Το έχεις δοκιμάσει;

Νόμιζε ότι οι φλέβες στα μηλίγγια του θα σπάσουν. Του θύμισε στιγμιαία ότι αύριο είναι η τελευταία μέρα. Μέλι, Μελιαστό, Μυράνθη. Όλα μέσα του ήταν ένα.

-Σ’ευχαριστώ, να τα πάρω αύριο καλύτερα; Εκτός από το « Μελιαστό» μου κίνησες την περιέργεια. Θα ήμουν αγενής αν σου ζητούσα να ανοίξουμε ένα μπουκάλι τώρα;
Ρόδισε πάλι. Απάντησε με ένα νεύμα και πήγε να φέρει δύο ποτήρια.

Ήχος βαθύς από το πώμα που άνοιξε. Μια έκρηξη αρωμάτων και όχι μόνο.
Πρώτη γουλιά. Δεύτερη.
Δεν άντεξε. Την τρίτη τη γεύτηκε από το στόμα της. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Στο κελάρι του σπιτιού, όρθιοι μπροστά στον παλιό αργαλειό, όλα έγιναν ένα.

-Ααχ…! Ένα ικετευτικό βογκητό βγήκε από το στόμα της. Κόλλησε πάνω του λες και ήθελε να του αφήσει ένα αποτύπωμα. του κορμιού της πάνω στο δικό του σώμα. Και του άφησε. Μπόλιασε τη καρδιά του με μέλι. Μια στιγμή έσκυψε πάνω του ν’ ακούσει την καρδιά του και πετάχτηκε. Φοβήθηκε από αυτό που άκουσε πριν προλάβει καν να το νιώσει. Φοβήθηκε και αυτός.

……………………………………………………..

Το καράβι έφτασε στη Σούδα. Πάλι. Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος και να μη είχε περάσει μια εβδομάδα.
Έφτασε στο χωριό. Διέσχισε γρήγορα τον κήπο με τα ρόδα και μπήκε στον ξενώνα.
- Η κα Καλλέργη μήπως είναι εδώ; Ρώτησε την κοπέλα στην υποδοχή.
- Όχι. Συνοδεύει ένα γκρουπ στο Φραγκοκάστελο. Θα έρθει το βράδυ. Το όνομά σας;
- Φωκάς, Άγγελος Φωκάς
- Ναι… νομίζω ότι έχει αφήσει κάτι για σας στο κελάρι.
- Στο κελάρι; Απάντησε με φωνή που μόλις ακουγόταν. Ευχαριστώ.

Με βήματα βαριά έφτασε μέχρι τη βαριά ξύλινη πόρτα. Την άνοιξε. Ξανά τα ίδια αρώματα. Ξανά η ίδια γλυκιά ζάλη. Πάνω στο κάθισμα του αργαλειού δύο μπουκάλια «Μελιαστό». Ένα γεμάτο και εκείνο πού άφησαν μισό. Ανάμεσά τους ένας φάκελος.

Το σημείωμα βγήκε αργά, σχεδόν ηδονικά.
« Ηρθες Αγγελέ μου; Θα μείνεις να τελειώσουμε το μπουκάλι και ανοίξουμε το καινούργιο;»

Μυράνθη μου, υφάντρα της ψυχής μου, δεν έχω που αλλού να πάω πια.


(Μια διαφορετική και πολύ τρυφερή εκδοχή θα βρείτε στο blog του Βασίλη, οποίος μου έκανε την τιμή να καταθέσει το δικό του τέλος σε αυτό το παραμύθι. Αναμένουμε από την Τρελοφαντασμένη και την Greca. Πατώντας στο τίτλο του σημερινού post θα βρείτε τον " Πορτοκαλανθό" του Βασίλη. Την φωτεινή εκδοχή της "Ηλιαχτίδας" θα τη βρείτε στα Σχόλια του προηγούμενου post. Διαφορετικές εκδοχές όμως καταφέρατε να βρείτε και ένα κομμάτι από μένα. Σας ευχαριστώ από καρδιάς) Μια νέα ανατρεπτική εκδοχή(!) προστέθηκε από την Ζωή http://zoaki.blogspot.com

21/8/07

" Από την άμπελο στον πορτοκαλανθό" ή " Μελιαστού συνέχεια"



20λεπτά, 50 λεπτά άντε και άλλο ένα πενηντάλεπτο. Φτάνουν.
Ο μεταλλικός ήχος από τα κέρματα που πέφτουν στον κερματοδέκτη ενός παλιού τηλεφώνου. Συνολικός χρόνος ομιλίας 1,20€. Ούτε καν δυο. Τόσο κοστίζει το ψέμα που ετοιμαζόταν να πει στην δουλειά ότι πρέπει να φύγει επειγόντως για το χωριό. Φτηνά του ήρθε.

30 λεπτά. Φτάνουν. Ξέχασε πως πρέπει να πάρει και τον προπονητή του μπάσκετ. Δεν θα έρθει στην προπόνηση σήμερα. Δεν θα έρθει στην προπόνηση σήμερα; Αδιανόητο. Πέντε χρόνια που παίζει στην τοπική ομάδα, δεν έλειψε ποτέ. Εντάξει για μια φορά δεν έγινε και τίποτα.

2 ευρώ. Δεν θα επιστρέψει σήμερα τις βιντεοκασέτες που είχε πάρει τη προηγούμενη εβδομάδα. Θα τις πάει μεθαύριο. Αλλά δύο ευρώ. Χαλάλι.
35 ευρώ για το εισιτήριο του πλοίου. Ο προορισμός αξίζει. 10 ευρώ για τσιγάρα και καφέ στο πλοίο. Μήπως να το ελαττώσει;
Σύνολο 48,5 ευρώ. Ούτε καν πενήντα.

Μα τι κάνει υπολογίζει πόσο θα του στοιχίσει να πάει να τη βρει; Μπαίνουν τα όνειρα στο ζύγι; Όχι δεν είναι τόσο μίζερος. Τη σκέψη του προσπαθεί να βάλει σε μια σειρά..... ακόμα και με αυτόν τον άτσαλο τρόπο.

Αναβλητικότητα, ψέματα. Δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του. Αυτός που τα έλεγε τσεκουράτα , που την αυριανή δουλειά την είχε έτοιμη από χτες; Και όμως. Τώρα έτυχε με αυτόν τον τρόπο.
Πρώτη φορά ερωτευόταν; Πρώτη φορά έτσι. Μέσα από ένα κύκλο συμπτώσεων ήρθε κοντά της. Είχε ακούσει 2 μήνες πριν να αναφέρουν το όνομά της σε μια παρέα. Τα είχε παρατήσει όλα για να έρθει στον νησί και να ανοίξει τον παραδοσιακό ξενώνα που ονειρευόταν. Τρελή την έλεγαν που παράτησε μια επιτυχημένη καριέρα για να έρθει να «θαφτεί» στο χωριό.

Έτυχε η εταιρεία του να ασχολείται με ξενοδοχειακό εξοπλισμό. Έτυχε να στείλει μια παραγγελία. Έτυχε να είναι λάθος. Έτυχε να λείπει ο συνάδελφος που το είχε χειριστεί και έπρεπε να πάρει εκείνος τώρα τηλέφωνο να απολογηθεί.

Η παραγγελία στάλθηκε εκ νέου. Φρόντισε να την παραδώσει προσωπικά κατ’εντολή του αφεντικού. Για να μην γίνουν λάθη. Μπαίνοντας στο καράβι, την πρώτη φόρα , κάτι τον παρακίνησε να ξανακοιτάξει το Δελτίο Αποστολής. « Επωνυμία: Μυράνθη Καλλέργη-Ξενοδοχεικές Επιχειρήσεις», «Έδρα: Φουρνές-Κυδωνία , Χανίων», «ΔΟΥ:....»

Μυράνθη, που το είχε ξανακούσει αυτό; Κι όμως είχε ξανακούσει να μιλάνε για αυτή τη «τρελή» που τα παράτησε όλα για να φτιάξει έναν ξενώνα. Του είχε φανεί παράξενο το όνομα.

Την πήρε τηλέφωνο μόλις έφτασαν στο λιμάνι της Σούδας. Μια ήρεμη φωνή στην άλλη γραμμή του έδωσε οδηγίες για το πως να φτάσουν στο χωριό.

Μια αίσθηση κίνησης στον δρόμο, μόλις μπήκαν στο κέντρο πριν στρίψουν για Ομαλό. Η πόλη μένει πίσω και ανοίγει ο δρόμος με τ’αμπέλια και τα λιόδεντρα. Είναι Πάσχα και οι πορτοκαλιές είναι φορτωμένες άνθη. Πρώτο πορτοκαλοχώρι, δεύτερο, το τρίτο ήταν ο προορισμός του. ¨Όσο πλησίαζε η μυρωδιά γινόταν όλο και πιο έντονη. Μεθυστική η Μυρωδιά των Ανθών μονολόγησε.

Όπως και αυτή, μόνο που τότε δεν είχε μεταφράσει ακόμα το όνομά της. Δεν φανταζόταν ότι ο άνθρωπος δεν μεθά μόνο με κρασί.
Y.Γ
Επειδή μέσα από τα διάφορα blog ανακάλυψα πολλές κοινές ανησυχίες, τολμώ ταπεινά να ζητήσω από τους παρακάτω να γράψουν τη δική τους εκδοχή για τη συνέχεια της ιστορίας.Εγραψα την αρχή και τη μέση . Θα ήθελα να δω το δικό σας τέλος. Το δικό μου σε επόμενο ποστ.
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ:
Greca, Tρελοφαντασμένη,Βασίλη,Ηλιαχτίδα,Φύρδην-Μίγδην
και σε όποιον άλλο το αισθάνεται και το επιθυμεί.
(Πίνακας : Jules-Joseph Lefevre 1836-1911,"Young woman with morning Glowries in her Hair"

20/8/07

" ΜΕΛΙΑΣΤΟ"



-Θα ήθελα τα πιστωτικά τιμολόγια του Ιουλίου να τα έχω αύριο στο γραφείο μου για έλεγχο κύριε Φωκά. Καλώς ήρθατε.
-Βεβαίως. Ευχαριστώ.
……………
Πρώτη μέρα στο γραφείο μετά από διακοπές. Πρώτα η βίαιη επαναφορά στην τάξη και μετά το καλημέρα. Πρώτα η δουλειά πάντα . Εκκρεμότητες, τηλέφωνα, χαρτιά που πέφτουν, φασαρία γραφείου παντού. Δίψασε. Βγήκε έξω για τσιγάρο και καφέ. Πικρός ο καφές. Ο καπνός δεν κατέβαινε. Τακτοποίησε σε ένα φάκελο και τα τελευταία τιμολόγια και έφυγε.

Τουλάχιστον είναι από τους τυχερούς και βλέπει θάλασσα από το σπίτι. Κάθεται στο μπαλκόνι και προσπαθεί να ανασυντάξει τις σκέψεις του. Απότομη ήταν η επιστροφή. Ανοίγει ένα μπουκάλι κρασί. «Μελιαστό» του Σπυρόπουλου. Τώρα πρώτα το όνειρο.

Περπατά στον δρόμο που χάραξε η Σελήνη στη θάλασσα. Και που θα τον βγάλει; Που αλλού εκεί που τον βγάζει πάντα. Στον κήπο της. Πάνε τρεις μέρες που έπιναν αυτό το κρασί στη βεράντα με τα γιασεμιά. Διαβάζει τη περιγραφή στο μπουκάλι:

“Έντονο τριανταφυλλένιο άρωμα. Το χρώμα του, ελκυστικό, λαμπερό ρόδινο ενώ στο άρωμά του διακρίνεται το χαρακτηριστικό της ποικιλίας τριαντάφυλλο, αλλά και γλυκά αρώματα φράουλας, άγριων βατόμουρων. Στο στόμα λεπτό, ισορροπημένο με ευχάριστη, καραμελένια επίγευση.”

Τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι η περιγραφή του θύμιζε εκείνη. Τα μάγουλά της είχαν ένα φυσικό, απαλό τριανταφυλλί χρώμα. Τα χείλη της ρόδινα και αυτά .Το πρώτο και τελευταίο φιλί, του άφησε μια γεύση καμμένης καραμέλας. Είχε γυρισμένη την πλάτη στο κήπο με τα ρόδα. Έκανε ν’αγγίξει τα μαλλιά της… Σκούρα καστανά με ζεστές ανταύγειες. Κάηκε. Κατηφόρισε προς τη θάλασσα. Το καράβι που θα τον μετέφερε στην Αθήνα θα έφτανε σε δυο ώρες.

Όνειρο καλοκαιρινό ήταν και πέρασε; Αποκλείεται. Έχει ακόμα τη γεύση του φιλιού της στα χείλη. Το πουκάμισό του είναι ακόμα νοτισμένο από το άρωμά των φρεσκολουσμένων μαλλιών της. Μια στιγμή έσκυψε πάνω του ν’ ακούσει την καρδιά του και πετάχτηκε. Φοβήθηκε από αυτό που άκουσε πριν προλάβει καν να το νιώσει. Φοβήθηκε και αυτός.


Και τώρα τι; Μ’ένα «Μελιαστό» θα τη βγάζει κάθε απόγευμα στο μπαλκόνι; Θα ξαναζεί το όνειρό του στην καμπύλη του ποτηριού; Όχι. Η όλα ή τίποτα. Θα πάει το Σαββατοκύριακο να τη βρει. Να τελειώσουν το μπουκάλι που άφησαν στη μέση.

19/8/07

Η ΥΦΑΝΤΡΑ


-Πιο γρήγορα πιο γρήγορα. Το άλλο χρώμα πέρασε., είπε η Σαϊτα στον Αργαλειό. Πρέπει η κυρά μας να τελειώσει γρήγορα αυτό το κιλίμι
-Κάνω όσο πιο γρήγορα μπορώ δε βλέπεις. Δεν ακούς. Τοκ τοκ, τακ, τακ. Μέχρι την αυλή ακούγομαι. Μα δύσκολη ιστορία διάλεξε η κυρά μας να αποτυπώσει πάνω σε τούτο το κιλίμι. Ο Ενδυμίωνας λέει και η Σελήνη. Πφφ. Μυθολογίες. Χάθηκαν τα χρυσοποίκιλτα άνθη, τα γεωμετρικά μοτίβα, οι εικόνες από τη καθημερινή ζωή, οι....
-Σταμάτα με κούρασες σου λέω. Εικόνα από μια ζωή είναι και αυτό που υφαίνει. Αλλά βέβαια που να ξέρεις εσύ τώρα.... Την κατάλαβες ποτέ εσύ την κυρά μας; Ο ήχος μου φαίνεται σου έκρυψε τον ήχο της δικής της καρδιάς.

-Τη δουλειά μου έκανα. Και τι λέει αυτός ο ήχος;
- Οτι η ψυχή της διψά. Για όνειρα , για μυρωδιές και χρώματα καινούρια. Κλεισμένη εδώ μέσα συνέχεια,αναζητά να ταξιδέψει έξω από αυτό το αρχοντικό. Στους κάμπους μακριά. Να δει με τη καρδιά της τη χρωματική παλέτα από τα απλωμένα σταφύλια. Να γεμίσει το μυαλό της με ήχους διαφορετικούς. Να ξεχάσει και να θυμηθεί.

-Και η εικόνα στο κιλίμι τη σχέση έχει;
-Έχει πως δεν έχει. Αφού δεν μπορεί να βγει να βρει το όνειρο, θα το υφάνει η ίδια μέσα από αυτό το κιλίμι. Και όταν τελειώσει θα το βάλει μπροστά από το κρεβάτι της . Να το αγγίζει και να ταξιδεύει με τα μάτια της ψυχής.
-Δεν φανταζόμουνα ότι ήταν τόσος ο πόνος, δεν ήξερα, καρδιά από ξύλο έχω, τι περιμένεις...
-Τι να περιμένω αλήθεια..... πάνε είκοσι χρόνια που λιγόστεψε το φως της κυράς μας, θάμπωσαν τα μάτια της από το χαμό της αγάπης της. Το στήριγμά της είμαστε εμείς δεν το κατάλαβες;Τα μοτίβα, τα χρώματα και οι κινήσεις έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό της. Κάθε μέρα και άλλο κιλίμι γρήγορα, για να μην σκέφτεται. Κάθε κόμπος και δάκρυ. Μέχρι σήμερα. Στέρεψαν πια τα δάκρυά της.
-Και τι άλλαξε σήμερα;
-Κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος και θέλει να προλάβει
-Τι πράγμα;
-Να αποτυπώσει τον πόνο της για μια αγάπη που δεν έμελε να κρατήσει πολύ. Ποιος θα πει την ιστορία της; Την δικιά μας τη λαλιά δεν θα τη καταλάβουν. Σαν κλείσουν τα μάτια της, θα σιωπήσουμε και εμείς.
- Θα σιωπήσουμε και εμείς μα θα υπάρχει το κιλίμι να πει την ιστορία

17/8/07

Κλείσε τον Ενδυμίωνα στην καρδιά σου Σελήνη


-Γιατί Σελήνη;
-Τον αγαπώ πατέρα Δία. Τον θέλω κοντά μου για πάντα. Οπως είναι τώρα, να νιώθω καθημερινά τη βελούδινη υφή του δέρματός του, να νιώθω την ανάσα του καυτή στο κορμί μου, να βυθίζομαι στη λάμψη των ματιών του. Με το χρόνο θα σβήσουν όλα αυτά. Θα χαθούν.
-Δεν τη εκτιμάς τη γήινη ζωή που κρύβει μέσα του Σελήνη. Αυτή είναι και η ομορφιά του. Επειδή είναι περαστική από τον κόσμο αυτό, έχει και πιο μεγάλη αξία.
-Δεν μπορώ να την εκτιμήσω, δεν είμαι θνητή. Αφού δεν μπορεί να γίνει Αθάνατος σαν και εμάς, ας κοιμηθεί η νιότη του αιώνια.
-Εγωίστρα Σελήνη. Θα το μετανιώσεις πικρά. Μάταια θα περιμένεις να ανοίξουν τα μάτια του για να σε ξανακοιτάξουν. Το χάδι του θα μείνει μετέωρο στους αιώνες. Σε τροχιά δύσκολη μπαίνεις, σε προειδοποιώ.
- Δύσκολη ήταν η τροχιά μου ούτως ή άλλως. Και ο Ενδυμίωνάς μου είναι η λύτρωσή μου.
-Αν ψάχνεις τη πραγματική λύτρωση,κλείσε τον Ενδυμίωνα στην καρδιά σου Σελήνη και άφησέ τον να ζήσει τη θνητή ζωή του. Και σαν έρθει το πέρασμα του χρόνου, Αστερισμό θα τον κάνω, να φέγγει πλάι σου αιώνια.

15/8/07

Ονειροδότης Ηλιος


-Πάω να ρίξω λίγο νερό, να φύγει η άμμος.
-Μην πας.... θα σου στάξω εγώ λίγο. Μ’αρέσουν τα σχέδια που αφήνει στο κορμί σου.
-Σχέδια; Με τι μοιάζουν;
-Ανάλογα .... να αυτό εδώ στον δεξί σου ώμο μοιάζει με φεγγάρι ολόγιομο, εδώ στη μέση ένας γλάρος ανοίγει τα φτερά του , σαν να θέλει να σε αγκαλιάσει ολόκληρη.
-Δροσερό είναι το νερό της λίμνης, ρίξε μου κι άλλο, σιγά σιγά. Δροσερά και τα λόγια σου. Πες μου τι άλλο βλέπεις, θέλω να μάθω. Να καταλάβω.
-Νομίζω ότι εδώ στη γάμπα σου σχηματίζονται μερικά νησιά. Να αυτό εδώ είναι το μεγαλύτερο. Νομίζω ότι έχει και μια μικρή σπηλιά.
-Και ποιος ζει στη σπηλιά;
-Εμείς κατοικούμε εκεί. Χρόνια τώρα. Στην αγκαλιά της σμαραγδένιας λίμνης. Μακριά από όλους και από όλα.
-Ωραίο όνειρο αυτό. Μακάρι να ήταν αληθινό.

-Και ποιος σου είπε οτι δεν μπορεί να γίνει. Απόδειξη οτι είμαστε εδώ τώρα. Εγώ και εσύ. Όλα είναι δυνατά αν η καρδιά προστάξει το μυαλό. Σαν το μενεξεδί λουλούδι που φυτρώνει σ’εκείνο το βράχο. Η θέλησή του για ζωή προκάλεσε σχισμή και ο σπόρος αναπτύχθηκε σιγά σιγά χάρη στις δροσοσταλίδες της λίμνης. Μα τι βλέπω κλαις;
-Όχι καρδιά μου, οι δροσοσταλίδες από την λίμνη είναι. Έφτασαν και σε μένα . Να με ποτίσουν όνειρα, ν’ανθίσω και εγώ. Μην μ’αφήσεις.
-Όχι μενεξεδένια μου. Δεν θα σ’αφήσω. Ήλιος θα γίνω για ν’ανθίσει το όνειρό σου πιο γρήγορα.

14/8/07

Και αν το πάρει το ποτάμι....



-Μην με σπρώχνεις θα το ρίξεις.
-Δεν πειράζει θα σου πάρω άλλο.
-Δεν θέλω άλλο, αυτό είναι το δικό μου παραμύθι. Κάθε σελίδα και μια ανάσα, κάθε λέξη και ένας ήχος.Δεν θέλω άλλο σου λέω!
-Και τι νομίζεις οτι θα περάσεις ολόκληρη τη ζωή σου με ένα και μόνο παραμύθι; Γελιέσαι.Και αν σου πέσει, ευκαιρία να ξεκινήσεις καινούριο.Οπως το θες,με άλλους ήρωες, σε άλλο κόσμο, εντελώς διαφορετικό από τον προηγούμενο.
-Και γιατί να θέλω καινούριο; Μια χαρά είναι και αυτό.Είναι όλα όπως τα θέλω, και οι άνθρωποι και ο κόσμος, όλα. Δεν θέλω να αλλάξω τίποτα.... Φοβάμαι...
-Τι φοβάσαι; Μην χάσεις το βολεψιά σου, αυτό φοβάσαι;Μικρέ ανόητε!Από το πολύ διάβασμα θα το βαρεθείς, οι σελίδες θα κιτρινίσουν από τα φευγαλέα αγγίγματα και θα διπλώσουν. Κράτα το μύνημά του και ρίξτο στο ποτάμι... να το πάει μακριά, να το διαβάσουν και άλλοι.
-Και εγώ;
-Εσύ, πάντα εσύ... μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι.Τα θέλεις όλα δικά σου! Να μάθεις να μοιράζεσαι.Το δικό σου παραμύθι μπορεί να ανακουφίσει και κάποιον άλλον,να ταυτιστεί μαζί του,να ταξιδέψει. Για αυτό λοιπόν μη φοβάσαι καλέ μου. Υπομονή να έχεις. Να, δες το νερό πόσο δυνατό είναι; Τον μεγάλο βράχο απέναντι τον σμίλεψε με υπομονή μεχρί να γίνει πέτρα, βοτσαλάκι στα χέρια σου. Ολα είναι ένας κύκλος, ένα παραμύθι μέσα σέ ένα άλλο και όλα μαζί κεφάλαια από το βιβλίο της ζωής σου. Γιαυτό σου λέω μικρό μου, μην το φοβάσαι το ποτάμι.... Οτι ρίξεις μέσα κάποια στιγμή θα στο ξαναφέρει. Θα το αποθέσει απαλά στη καρδιά σου.Στο χέρι σου είναι αν θα το ξαναξεφυλλίσεις....